LSJἀνάκωμαGlossἀνάκωμα , ατος , τό , f.l. for ἀνακώναμα (?), [ Philol. ]ap. Stob. 1.20.2 .ἀνάκωμα,ατος,τό,A.f.l. for ἀνακώναμα (?), [ Philol. ]ap. Stob. 1.20.2 .ReferencesPhilol.Stob. 1.20.2