LSJμονο-σίλλη:Glossμονο-σίλλη: ὁ ἐν ταῖς ὑάσι λαμπρὸς ἀστήρ , Hsch.μονο-σίλλη: ὁ ἐν ταῖς ὑάσι λαμπρὸς ἀστήρ, Hsch.