μορύσσω, Ep. Verb,
A.
= μολύνω ,soil, defile, inpf. part.
Pass.
μεμορυγμένα( v.l. μεμορυχμένα in Od. and Nic. ), [ εἵματα] καπνῷ
Od. 13.435
; Ὀδυσῆα μ. αἵματι
Q.S. 5.450
;μέλαν κυάνοιο . . μ. ἄνθοςblackmixedwith blue, Opp. C. 3.39 ;μ. ἀφρῷ, ὄξει, Nic. Al. 318 , 330 .
II.
= μωλύνω
1 ,μελισσάων καμάτῳ ἔνι παῦρα μορύξαις(aor.opt.)ῥίζεαib. 144 (cf. Sch.).