μορφ-ωτικός,ή,όν,
A. giving shape, formative, δύναμις
Gal. 4.642
, cf. Dexipp. in Cat. 48.5 , etc.; ἡ φαντασία νόησις μ.
Procl.
in R.
1.235 , cf. 74 , 121 K.; εἰκόνες μ.
Id. in Prm. p.780
S.
Adv.-κῶςId.in R.
1.40 K.; [ ἡ φαντασία] μ. [θεοῦ] μετέχει
Anon. Incred. 21
.