μόσσυν,ῡνος,ὁ,
A. wooden houseortower, ξύλινοι μ.
Aen.Tact. 33.3
; ὁ βασιλεὺς [τῶν Μοσσυνοίκων] ὁ ἐν τῷ μόσσυνι
X. An. 5.4.26
;σὺν τοῖς μοσσύνοις(as if fromμόσσυνος, nisi leg.τοῖν μοσσύνοιν) ibid.; [ οἱ Μοσσύνοικοι] οἰκοῦσιν ἐπὶ ξυλίνοις . . πύργοις . . , μόσσυνας αὐτὰ καλοῦντες
D.H. 1.26
, cf. Str. 12.3.18 .
2. palisade, Lyc. 433 .
3. prob.slipfor shipbuilding, Id. 1432 . [μόσσῡναςproved by the metre in A.R. 2.1017 , Call. Aet.Oxy. 2080.70 , Lyc. ll.cc.: freq. writtenμόσυνin codd.]