μοσχ-εύω,
A. plant a sucker, Thphr. CP 1.2.1 , 3.5.1 , etc.;τὸ μεμοσχευμένονib. 3.5.3 , cf. Com.Adesp. 182 , PSI 5.499.7
(iii B.C.): metaph.,μ. τοὺς τοιούτους ἐν [τοῖς δικαστηρίοις] D. 25.48 ; μοσχευομένη κατὰ τοῦ δήμου τυραννὶς καθ' ὅλης τῆς πόλεως -εύεται
D.H. 7.46
.
II. train as a calf, Philostr. VA 6.30 .