μοχθ-ίζω,
A.
= μοχθέω, περὶ χρήμασι μ.
toilfor money, Pi. Fr. 123.6 ;ἕλκεϊ μοχθίζοντα . . ὕδρου sufferingfrom the wound . . , Il. 2.723 ; δαίμονι δειλῷ μ.
Thgn. 164
; φθειρσὶ μ.
Archil. 137
; ἐτώσια μ.
Theoc. 1.38
, 7.48 ; μόχθους μ.
Mosch. 4.44
: abs., Orph. A. 1071 .