μοχλ-ευτικός,ή,όν,
A. oforby means of leverage,τρόπος, ἐνέργημα, Orib. 49.2.7 , 49.12.8 ;μοχλευτικόν τι καὶ κινητικὸν τῶν ἐμμόνων νοσημάτων capable of dislodging, Antyll. ap. eund. 6.23.12 ;μ. ἐργαλεῖονSch. E. Ph. 1155 .
of
μοχλ-ευτικός,ή,όν,
A. oforby means of leverage,τρόπος, ἐνέργημα, Orib. 49.2.7 , 49.12.8 ;μοχλευτικόν τι καὶ κινητικὸν τῶν ἐμμόνων νοσημάτων capable of dislodging, Antyll. ap. eund. 6.23.12 ;μ. ἐργαλεῖονSch. E. Ph. 1155 .