LSJμύζωGlossμύζω (B), = μυζάω, [τοὺς καλάμους] λαβόντα εἰς τὸ στόμα μύζειν X. An. 4.5.27 .μύζω(B),A.= μυζάω, [τοὺς καλάμους] λαβόντα εἰς τὸ στόμα μύζεινX. An. 4.5.27 .ReferencesX. An. 4.5.27