μῦμαρ,τό, Aeol. forμῶμαρ, μῶμος, Hsch.
μῡμᾰρίζω, Aeol. forμωμάομαι, Id.μυμεῖ: λεῖα, Id.; cf.μύλλη.
μῦμαρ , τό , Aeol. for μῶμαρ, μῶμος , Hsch. μῡμᾰρίζω , Aeol. for μωμάομαι , Id. μυμεῖ: λεῖα , Id.; cf. μύλλη .
μῦμαρ,τό, Aeol. forμῶμαρ, μῶμος, Hsch.
μῡμᾰρίζω, Aeol. forμωμάομαι, Id.μυμεῖ: λεῖα, Id.; cf.μύλλη.