μῠο-κτόνος,ον, (κτείνω)
A. of mouse-killing, τρόπαιον
Batr. 159
.
II. Subst. μυοκτόνος,ὁ,
= μυοφόνον , Nic. Al. 36 , 305 .
of mouse-killing
μῠο-κτόνος,ον, (κτείνω)
A. of mouse-killing, τρόπαιον
Batr. 159
.
II. Subst. μυοκτόνος,ὁ,
= μυοφόνον , Nic. Al. 36 , 305 .