μύουρ-ος(A),ον, (μῦς, οὐρά)
A. tapering(lit.mousetailed), of a non-carnivorous fish'sστόμα(snout), Arist. PA 662a32 , 697a1 ; of the αἱμόρροος
11
, ἐπ' εὖρος τέτρυται μύουρος ἀπὸ φλογέοιο καρήνου
Nic. Th. 287
, cf. 225 ; ἐξ εὐρείας τῆς κεφαλῆς μείουρος κάτεισιν ἔστε ἐπὶ τὴν οὐράν
Ael. NA 15.13
: εἰς ̔ἐπὶ̓ μείουρον ἄγεσθαι tapertowards the tail, Philum. Ven. 21.1 , 27.1 ;ἐν τῷ μειούρῳ τῆς οὐρᾶςthetapering partof a horse's tail, Hippiatr. 55 ;τὸ μείουρον(sc.τοῦ σπέρματος) πρὸς τὴν γῆν ἄγοντας
Gp. 10.57.8
, cf. 10.63.4 ; κάμαξ μύουρος
Apollod. Poliorc. 172.9
( v.l. μεί -), 182.6 , cf. Ph. Bel. 51.8 (μύ-), 83.20 (μεί-) ; πύργον . . ἐς μύουρον ἀνιόντα
Paus. 10.16.1
; αἱ πρὸς ὄμμα τε καὶ ὀρθογώνιοι στοαὶ πόρρωθεν μείουροι φαίνονται