Μύσιος[ῡ],α,ον ,Mysian:βόα τὸ Μύσιον(sc.θρήνημα) A. Pers. 1054 (lyr.).
Μύσιος
Gloss
Μύσιος [ ῡ], α , ον , Mysian : βόα τὸ Μύσιον (sc. θρήνημα ) A. Pers. 1054 (lyr.).
Μύσιος [ ῡ], α , ον , Mysian : βόα τὸ Μύσιον (sc. θρήνημα ) A. Pers. 1054 (lyr.).
Μύσιος[ῡ],α,ον ,Mysian:βόα τὸ Μύσιον(sc.θρήνημα) A. Pers. 1054 (lyr.).