μυσσοτόν: πάθος περὶ τὴν ὄψιν, Hsch.
μυσσωτά: γέλοια, Id.μυσσωτεύματα: ἀρτύματα, Id.; cf.μυττωτεύω.μυσς<ωτ>ότριβον: ἀλετρίβανον, Id.
μυσσοτόν: πάθος περὶ τὴν ὄψιν , Hsch. μυσσωτά: γέλοια , Id. μυσσωτεύματα: ἀρτύματα , Id.; cf. μυττωτεύω . μυσς<ωτ>ότριβον: ἀλετρίβανον , Id.
μυσσοτόν: πάθος περὶ τὴν ὄψιν, Hsch.
μυσσωτά: γέλοια, Id.μυσσωτεύματα: ἀρτύματα, Id.; cf.μυττωτεύω.μυσς<ωτ>ότριβον: ἀλετρίβανον, Id.