μυστηρι-ώδης,ες,
A. like mysteries, τελεταί
Plu. 2.10e
, cf. 996b ;διαπράττεσθαι τὰ μ. πράγματα(euphem.) Steph. in Hp. 1.100
D. ; of a remedy, Alex.Trall. 1.15 .
like mysteries
μυστηρι-ώδης,ες,
A. like mysteries, τελεταί
Plu. 2.10e
, cf. 996b ;διαπράττεσθαι τὰ μ. πράγματα(euphem.) Steph. in Hp. 1.100
D. ; of a remedy, Alex.Trall. 1.15 .