μύστης,ου,ὁ, (μυέω)
A. one initiated, Heraclit. 14 , AP 9.147 ( Antag. or Simon. ), Arist. Ath. 56.4 , etc.; τοῖς μύστησιν καὶ τοῖς ἐπόπτῃσιν
IG 12.6.49
; ὁ τῶν μ. κῆρυξ
X. HG 2.4.20
; τὰ μυστῶν ὄργια
E. HF 613
: c.gen., Διὸς Ἰδαίου μύστης
Id. Fr. 472.10
(anap.), cf. IG 3.700 ; λύχνον μύστην σῶν θέτο παννυχίδων
AP 6.162
( Mel. ); μ. ἀποκρύφων
Vett.Val. 7.30
, al.: asAdj., μ. χοροί
Ar. Ra. 370
; μ. λύχνος
AP 7.219