μυστῑλ-άομαι,
A. sop bread in souporgravy and eat it, ὦ πλεῖστα . . μεμυστιλημένοι . . ἐπ' ὀλιγίστοις ἀλφίτοις
Ar. Pl. 627
; ἐμυστιλᾶτο τοῦ ζωμοῦ
Luc. Lex. 5
: metaph.,ἀμφοῖν χειροῖν μυστιλᾶται τῶν δημοσίων he scoops uppublic money, Ar. Eq. 827 (anap.):—as Pass. ,μυστίλας μεμυστιλημένας scooped out, ib. 1168 .