μύστῐς,ῐδος, fem. ofμύστης, IG 3.914 , Porph. Antr. 18 : usu. metaph.,
A. initiateorinitiator, μ. νάματος ἡ Κύπρις
Anacreont. 4.12
; πενίης μύστι, λάγυνε
AP 9.229
( Marc.Arg. );μ. τῆς τοῦ θεοῦ ἐπιστήμης, ofΣοφία, LXX Wi. 8.4 ; [ ψυχὴ] τῶν τελείων μ. τελετῶν
Ph. 1.173
.