μυ-ών[ῡ],ῶνος,ὁ,(μῦςIV)
A. cluster of muscles, muscle, πρυμνὸν σκέλος, ἔνθα πάχιστος μυὼν ἀνθρώπου πέλεται
Il. 16.315
, cf. 324 (pl.), A.R. 4.1520 , Theoc. 25.149 .
cluster of muscles, muscle
μυ-ών[ῡ],ῶνος,ὁ,(μῦςIV)
A. cluster of muscles, muscle, πρυμνὸν σκέλος, ἔνθα πάχιστος μυὼν ἀνθρώπου πέλεται
Il. 16.315
, cf. 324 (pl.), A.R. 4.1520 , Theoc. 25.149 .