ναρεῖ: τηρεῖ, Hsch. (cf.ναρούς).νάρειν: κύειν, κρύπτειν, ζητεῖν, κυί̈σκεσθαι, ἀμέλγεσθαι, Id.νάρη: ἡ ἄφρων καὶ μωρά, Id.
ναρεῖ:
Gloss
ναρεῖ: τηρεῖ , Hsch. (cf. ναρούς ). νάρειν: κύειν, κρύπτειν, ζητεῖν, κυί̈σκεσθαι, ἀμέλγεσθαι , Id. νάρη: ἡ ἄφρων καὶ μωρά , Id.