ἀναμείγνῡμι, laterἀνα-μίγνυμιandἀνα-ύω, poet.ἀμμείγνυμι
B. Fr. 16 : poet.aor. part.
A.
ἀμμείξας
Il. 24.529
; cf.ἀναμίσγω:—mix up, mix together,
ἀνὰ δὲ κρῖ λευκὸν ἔμειξαν
Od. 4.41
; πάντα τὰ κρέα
Hdt. 4.26
;κἀμοὶ . . μἀναμείγνυσθαι(i.e.μὴ ἀναμ-) τύχας τὰς σάς
E. Supp. 591
; θεὰς ἀνθρώποις
h.Ven. 52
.
II. often in Pass. ,to be mixedwith, Διονυσίοισι δώροις
B.