ναυπηγ-ία, Ion.
-ιη, ἡ,
A. shipbuilding,
Hdt. 1.27 ;ν. ἁρμόζεινto practiseshipbuilding,
E. Cyc. 460 ; ναυπηγίαν τριηρῶν παρασκευάζεσθαι
Th. 4.108
, cf. D.S. 19.58 .
shipbuilding,
ναυπηγ-ία, Ion.
-ιη, ἡ,
A. shipbuilding,
Hdt. 1.27 ;ν. ἁρμόζεινto practiseshipbuilding,
E. Cyc. 460 ; ναυπηγίαν τριηρῶν παρασκευάζεσθαι
Th. 4.108
, cf. D.S. 19.58 .