ναύ-πορος,ον,
A.
= ναυσίπορος ,ship-frequented,
ἀκταί
A. Eu. 10
; λίμνης στόμα
A.R. 4.1546
.
II. parox.ναυπόρος,
= ναυσίπορος
11.2 , πλάτη
E. Tr. 877
.
ship-frequented,
ναύ-πορος,ον,
A.
= ναυσίπορος ,ship-frequented,
ἀκταί
A. Eu. 10
; λίμνης στόμα
A.R. 4.1546
.
II. parox.ναυπόρος,
= ναυσίπορος
11.2 , πλάτη
E. Tr. 877
.