ναυτ-ικός,ή,όν,
A. oforfor a ship, seafaring, naval,
ὁ ν. στρατός
Hdt. 7.100
, 203 , etc.; opp.ὁ πεζός,
Id. 8.1 ; ν. λεώς
A. Pers. 383
; στόλος
S. Ph. 561
;ν. ἐρείπιαwrecksof ships,
A. Ag. 660 ; ἑδώλια
S. Aj. 1277
;σκάφηib. 1278 ; ν. πόλεμος
And. 4.12
; ν. ἀστρολογία
Arist. AP 0.79a1
;ἔγγαια καὶ ναυτικά property onland andsea,