νέᾰτος(B),η,ον, poet. (post- Hom. ) Sup. of
νέος,
A. latest, last,
ν. γέννημα
S. Ant. 627
(anap.);τὰν ν. ὁδὸν στείχουσαν, ν. δὲ φέγγος λεύσσουσανib. 807 (lyr.);τίς ἄρα νέατος . . λήξει; i.e.ὥστε νέατος γενέσθαι,
Id. Aj. 1185 (lyr.): neut.νέατονasAdv.,for the last time,
E. Tr. 201 (lyr.).