LSJνέβ<λ>εστα:Glossνέβ<λ>εστα: <τὰ> περιτάλματα τῶν ἱερῶν ( Sicel ), Hsch.νέβ<λ>εστα: <τὰ> περιτάλματα τῶν ἱερῶν(Sicel), Hsch.