νειάτιος [ᾰ],η,ον, later form forνείατος, νέατος(A), Man. 6.738 .
νειάτιος
Gloss
νειάτιος [ᾰ] , η , ον , later form for νείατος, νέατος (A), Man. 6.738 .
νειάτιος [ᾰ] , η , ον , later form for νείατος, νέατος (A), Man. 6.738 .
νειάτιος [ᾰ],η,ον, later form forνείατος, νέατος(A), Man. 6.738 .