LSJνεκῠώριονGlossνεκῠώριον or νεκύωρον , τό , ̔ὤρἀ = νεκρομαντεῖον , Hsch.νεκῠώριονorνεκύωρον,τό , ̔ὤρἀA.= νεκρομαντεῖον , Hsch.ReferencesHsch.Related Lemmasνεκύωρον