LSJνεο-άλωτοςGlossνεο-άλωτος [ᾰ] , ον , v.l. for νεάλωτος , Hdt. 9.120 .νεο-άλωτος [ᾰ],ον,A.v.l. for νεάλωτος , Hdt. 9.120 .ReferencesHdt. 9.120