LSJνεο-δάμαστοςGlossνεο-δάμαστος [δᾰ] , ον , = νεόδμητος , Phot. s.v. νεόδμητον , Sch. Lyc. 65 .νεο-δάμαστος [δᾰ],ον,A.= νεόδμητος , Phot.s.v. νεόδμητον , Sch. Lyc. 65 .ReferencesPhot.Lyc. 65