LSJνεό-δροποςGlossνεό-δροπος , ον , = νεόδρεπτος, κλάδοι A. Supp. 354 .νεό-δροπος,ον,A.= νεόδρεπτος, κλάδοιA. Supp. 354 .ReferencesA. Supp. 354