LSJἀναμορφ-ωτήςGlossἀναμορφ-ωτής , οῦ , ὁ , Hsch. s.v. εἰδοποιός.ἀναμορφ-ωτής,οῦ,ὁ, Hsch.A.s.v. εἰδοποιός.