LSJνεο-στάλυξGlossνεο-στάλυξ , ῠγος , ὁ , ἡ , = νεοδάκρυτος , Hsch.νεο-στάλυξ,ῠγος,ὁ,ἡ,A.= νεοδάκρυτος , Hsch.ReferencesHsch.