νεο-τευχής,ές,=foreg.,
A.
δίφροι
Il. 5.194
; μοῦσα
Tim. Pers. 216
; κισσύβιον
Theoc. 1.28
.
νεο-τευχής , ές , = foreg., δίφροι Il. 5.194 ; μοῦσα Tim. Pers. 216 ; κισσύβιον Theoc. 1.28 .
νεο-τευχής,ές,=foreg.,
A.
δίφροι
Il. 5.194
; μοῦσα
Tim. Pers. 216
; κισσύβιον
Theoc. 1.28
.