LSJνευστ-όςGlossνευστ-ός , ή , όν , ( νέω A) = κολυμβάς , Luc. Lex. 13 .νευστ-ός,ή,όν, (νέωA)A.= κολυμβάς , Luc. Lex. 13 .ReferencesLuc. Lex. 13