νέφος,εος,τό,
A. cloud, mass of clouds,
Il. 4.275 , al.; σμικροῦ νέφους ἐκπνεύσας μέγας χειμών
S. Aj. 1148
; ν. ὄμβριον
Ar. Nu. 288
(lyr.); ν. καὶ ὁμίχλη
Pl. Ti. 49c
; τὸν κίνδυνον παρελθεῖν ὥσπερ ν.
D. 18.188
.
2. metaph. (cf. νεφέλη
1.2
), θανάτου δὲ μέλαν ν. ἀμφεκάλυψεν
Il. 16.350
, cf. Od. 4.180 , B. 12.64 ; λάθας ν.
Pi. O. 7.45