LSJνεώχερμος:Glossνεώχερμος: γῆ νεωστὶ εἰργασμένη, Hsch. (Cf. χερμάζω. )νεώχερμος: γῆ νεωστὶ εἰργασμένη,Hsch. (Cf.χερμάζω.)