νή-παυστος,ον, (νη-, παύω)
A.
= ἄπαυστος : neut. asAdv., νήπαυστον αἰάζουσα
Lyc. 972
.
νή-παυστος , ον , ( νη-, παύω ) = ἄπαυστος : neut. as Adv. , νήπαυστον αἰάζουσα Lyc. 972 .
νή-παυστος,ον, (νη-, παύω)
A.
= ἄπαυστος : neut. asAdv., νήπαυστον αἰάζουσα
Lyc. 972
.