νηπῐ-έη,ἡ, Ep. form for *νηπιίη, (νήπιος)
A. childhood, childishness,
οἴνου ἀποβλύζων ἐν νηπιέῃ ἀλεγεινῇ
Il. 9.491
: in pl.,οὐδέ τί σε χρὴ νηπιάας(forΝηπιίας) ὀχέειν
Od. 1.297
; ἐπεὶ . . ποιήσῃ ἀθύρματα νηπιέῃσιν in childish fashion,
Il. 15.363
;ἡγήσατο νηπιέῃσιled themin his folly,
Od. 24.469 .