νήπῐος,α( Sor. 1.7 , al.), Ion.
η,ον, alsoος,ον
Lyc. 638 :—
A. infant, child,freq. in Hom. , νήπιον, οὔ πω εἰδόθ' ὁμοιίου πολέμοιο
Il. 9.440
; νήπια τέκνα
2.136
, etc.; βρέφος ἔτ' ὄντα ν.
E. Ion 1399
, cf. Andr. 755 , etc.; νηπίους ἔτι
Id. Heracl. 956
; τὸ ν.
Pl. Ax. 366d
; ἁρμόττουσα τοῖς ν. [πλαταγή]
Arist. Pol. 1340b30
;ἐκ νηπίουfroma child,frominfancy,
[τὸ ἡδὺ] ἐκ ν. ἡμῖν συντέθραπται