νήποινος,ον, (νη-, ποινή)
A. unavenged, without compensation,
Hom. (only in Od. ), νήποινοί κεν ὄλοισθε
1.380
, 2.145 ; ἀλλότριον βίοτον νήποινον ἔδουσιν
1.160
;ἀνδρὸς ἑνὸς βίοτον νήποινον ὀλέσθαιib. 377 , cf. 18.280 ; alsoνήποινα(asAdv.)ἀποκτείνειν( v.l. for νηποινεί ) X. Hier. 3.3 .
II. φυτῶν νάποινος(νή-codd.), like ἄμοιρος ,without share of, unblest withfruitful trees, Pi. P. 9.58 .