νήχω, Dor.
νάχω(προσ-,q.v.):—
A. swim,
νηχέμεναι μεμαώς
Od. 5.375
;νῆχεib. 399 ; νῆχον πάλιν
7.280
; νῆχον ἐπ' ἄκρον ὕδωρ
Hes. Sc. 317
; νήχει
Nic. Al. 590
:—mostly Med.
νήχομαι,part.
νηχόμενος
Od. 7.276
, 14.352 , Hes. Sc. 211 ;inf.
νήχεσθαι
Democr. 172