νομ-εύς,έως, Ep.
ῆος,ὁ, (νέμω)
A. herdsman,
κύνες τ' ἄνδρες τε νομῆες
Il. 17.65
;δύω δ' ἅμ' ἕποντο νομῆες,opp. the chief herdsman, Od. 17.214 , cf. 16.3 , 17.246 : generic term including the specialαἰπόλος, βουκόλος, ποιμήν, συβώτης,cf. Pl. Tht. 174d , R. 370d ; βοῶν ἀγέλης ν.
X. Mem. 1.2.32
; ν. προβάτων
Arist. EN 1161a14
.
II. dealer out, distributor,
ἀγαθῶν
Pl. Lg. 931d
, cf. Min. 317d , 321b .
III. pl., = ἐγκοίλια ,ribsof a ship, Hdt. 1.194 , 2.96 , cf. Hsch. ; also, = σχοῖνοι ἀρμένων , Id.