LSJνομ-ήματα:Glossνομ-ήματα: δικαιώματα, Hsch. (leg. νόμιμα: τὰ δικαιώματα ).νομ-ήματα: δικαιώματα,Hsch. (leg.νόμιμα: τὰ δικαιώματα).