LSJνομόθετ-ιςGlossνομόθετ-ις , ιδος , ἡ , fem. of νομοθέτης, coined as expl. of θεσμοθέτις, Corn. ND 28 .νομόθετ-ις,ιδος,ἡ, fem. ofνομοθέτης,coined as expl. ofθεσμοθέτις,Corn. ND 28 .