LSJνορβά:Glossνορβά: καλή, Hsch. νορβεῖ: ἐνταμεῖται, Id. νορειά , v. νόρρος.νορβά: καλή,Hsch.νορβεῖ: ἐνταμεῖται,Id.νορειά,A.v. νόρρος.Related Lemmasνορβεῖ:νορειά