νόσος, Ep. and Ion. (not Dor. , cf. Berl.Sitzb. 1927.156 (Cyrene))νοῦσος,ἡ,
A. sickness, disease, plague, νοῦσον ἀνὰ στρατὸν ὦρσε κακήν(sc. Apollo), ὀλέκοντο δὲ λαοί
Il. 1.10
; νοῦσόν γ' οὔ πως ἔστι Διὸς μεγάλου ἀλέασθαι
Od. 9.411
; δολιχὴ ν.
11.172
; νοῦσοι ἀργαλέαι
Hes. Op. 92
:— Phrases: ἐς ν. πεσεῖν
A. Pr. 473
; ἐς ν. ἐμπίπτειν
Antipho 1.20
; νόσον ἐμπεπτωκέναι τοῖς κτήνεσιν
X. Cyr. 8.3.41
; μοι ν. ἐπήλυθεν