νοσσεύω,νοσσιά,νοσσίον,νοσσίς,νοσσοποιέω,νοσσός,νοσσοτροφέω,v. νεοσς-.
νοσσεύω
Gloss
νοσσεύω , νοσσιά , νοσσίον , νοσσίς , νοσσοποιέω , νοσσός , νοσσοτροφέω , v. νεοσς -.
νοσσεύω , νοσσιά , νοσσίον , νοσσίς , νοσσοποιέω , νοσσός , νοσσοτροφέω , v. νεοσς -.
νοσσεύω,νοσσιά,νοσσίον,νοσσίς,νοσσοποιέω,νοσσός,νοσσοτροφέω,v. νεοσς-.