LSJνυκτᾰλόςGlossνυκτᾰλός , ή , όν , f.l. in D.L. 6.77 codd. Suid. , for νυσταλέος (or -λος ).νυκτᾰλός,ή,όν,f.l. inD.L. 6.77 codd. Suid. , forνυσταλέος(or-λος).