LSJνυκτ-ωπόςGlossνυκτ-ωπός , όν , ( ὤψ ) = νυκτερωπός, λαθοσύνα E. IT 1279 (lyr.).νυκτ-ωπός,όν, (ὤψ)A.= νυκτερωπός, λαθοσύναE. IT 1279 (lyr.).ReferencesE. IT 1279